Βυζαντινά μνημεία και Μοναστήρια
Ο ναός του Αγίου Γεωργίου βρίσκεται στο νότιο άκρο του οικισμού του Ακραιφνίου, στις υπώρειες του λόφου Βίγλιζα ή Σκοπιά, όπου σώζονται εκτεταμένα κατάλοιπα της αρχαίας ακρόπολης δύο οικοδομικών φάσεων, του 4ου αι. π.Χ. και των Ελληνιστικών χρόνων. Στη θέση του χριστιανικού μνημείου εκτιμάται ότι προϋπήρχε ο αρχαίος ναός του Διονύσου. Αυτό ενισχύεται και από την γνώμη του Γάλλου αρχαιολόγου Μαυρίκιου Holleaux που έκανε τις ανασκαφές στο Πτώον το 1866. Ο Παυσανίας, στα "Βοιωτικά", αναφέρει ότι κατά την επισκεψή του στο Ακραιφνιο (175-176 μ.Χ.) εξακολουθούσε να υπάρχει ο παλαιός ναός του Διονύσου και το λατρευτικό του άγαλμα.
Πλήθος από αρχαία μέλη και ενεπίγραφοι λίθοι έχουν χρησιμοποιηθεί ως δομικό υλικό στην κατασκευή του κτιρίου. Από τους τοίχους του κυρίως ναού, έχουν αποτοιχισθεί και βρίσκονται στο μουσείο Θηβών, τρεις μαρμάρινες στήλες, μεγάλης αρχαιολογικής αξίας, με εκτενέστατες επιγραφές της ρωμαϊκής περιόδου (1ος μ.Χ. αιώνας), που χαράχτηκαν με την φροντίδα του πολίτη της αρχαίας Ακραιφίας, Επαμεινώνδα Επαμεινώνδου.
α) Η πρώτη περιλαμβάνει το ψήφισμα για την αποστολή πρεσβείας των «Πανελλήνων» στη Ρώμη προκειμένου να συγχαρεί τον νέο αυτοκράτορα Γάϊο Γερμανικό (Καλιγούλα) και την ευχαριστήριο επιστολή του αυτοκράτορα προς τους Έλληνες.
β) Η δεύτερη περιλαμβάνει τον λόγο που εκφώνησε ο Νέρωνας στην Κόρινθο, στα Ίσθμια, το 67 μ.Χ. με τον οποίο παραχωρούσε ελευθερία στους Έλληνες και απαλλαγή από τους φόρους, καθώς επίσης και τις τιμές που απέδωσαν οι Ακραιφείς στον αυτοκράτορα.
γ) Η τρίτη περιλαμβάνει την κοινωνική προσφορά του Επαμεινώνδα προς τους συμπολίτες του Ακραιφείς, τους Βοιωτούς, και στους Έλληνες γενικότερα.
Εκτός όμως απ΄ αυτές, πλήθος άλλων επιγραφών βρίσκονται ακόμη εντοιχισμένες στο κτίριο που μας βοηθούν να φανταστούμε τη ζωή στο Ακραίφνιο κατά τον 1ον μ.Χ. αιώνα. Μεγάλο ενδιαφέρον παρουσιάζει και και η αιτία ανέγερσης της εκκλησίας.
Μετά την κατάληψη της Κωνσταντινού-πολης από τους Φράγκους σταυροφόρους της 4ης σταυροφορίας (1204 μ.Χ.), αρχίζει και η περίοδος της φραγκοκρατίας στην Ελλάδα. Έκτοτε και μεχρι τις αρχές του 14ου μ.Χ. αιώνα το Ακραίφνιο (Καρδίτσα) όπως και όλη η Βοιωτία υπάγεται στο Δουκάτο των Αθήνων.
Στις αρχές του 1311 μ.Χ. οι Καταλανοί μισθοφόροι που βρίσκονταν μέχρι τότε στην υπηρεσία των Φράγκων διατάσσονται από αυτούς να εγκαταλείψουν την Ελλάδα. Αυτοί αρνούνται να υπακούσουν και απαιτούν τους μισθούς που τους οφείλουν και ζητούν την άδεια να εγκατασταθούν στην περιοχή επειδή όπως έλεγαν δεν είχαν άλλο τόπο να μείνουν και ούτε στη πατρίδα τους μπορούσαν να επιστρέψουν. Οι Φράγκοι δεν συμφωνούν και αποφασίζουν να τους εκδιώξουν δια της βίας. Ο Άγγλος ιστορικός Ουίλλιαμ Μίλλερ μας πληροφορεί ότι: Στις 15 Μαρτίου του 1311 μ.Χ. ο Δούκας της Αθήνας Βάλτερ Ντε Μπριέν συγκεντρώνει την αφρόκρεμα των Γάλλων ιπποτών, περίπου 700 άτομα, έξι χιλιάδες ιππείς, τρεις χιλιάδες πεζούς, και αποφασίζει να τους αντιμετωπίσει στην Κωπαΐδα. Ένας Καταλανός χρονογράφος ανεβάζει το σύνολο του Φράγκικου στρατού σε 20.000 πεζούς και ιππείς.
Από την εξέλιξη της μάχης φαίνεται ότι, οι Φράγκοι δεν είχαν υπολογίσει καλά το έδαφος της περιοχής, και μάλιστα τον Μάρτη μήνα που ακόμα δεν είχε περάσει η επίδραση του χειμώνα. Το γρασίδι είχε σκεπάσει το λιμνάζον νερό, πράγμα το οποίο ήξεραν καλά οι Καταλανοί και τους περίμεναν να πέσουν στην παγίδα. Τόση ήταν η καταστροφή των στρατευμάτων των Φράγκων που σύμφωνα με τον ρήτορα Θεόδουλο: «Ουδέ πυρφόρος τις επέζησε, όπως αναγγείλει το συμβάν». Από τους Φράγκους ιππότες διασώθηκαν μόνο τρεις από την σφαγή της Κωπαΐδας. Ο Βονιφάτιος Ντε Βερόνα, ο Ρογήρος Ντελώρ, και ο Αντώνιος Ντε Φλάμα αφέντης της Καρδίτσας (Ακραίφνιο).
Σύμφωνα με μία άποψη κατά την διάρκεια της μάχης ο Ντε Φλάμα έκανε τάμα στον Άη Γιώργη (προστάτης των στρατιωτικών του οποίου η λατρεία είναι ευρέως διαδεδομένη ανάμεσα στους πιστούς τόσο του ορθόδοξου όσο και του καθολικού δόγματος) αν γλίτωνε να του χτίσει εκκλησία. Έτσι σαν εκπλήρωση του τάματος έχτισε στο Ακραίφνιο την εκκλησία του Αγίου Γεωργίου.
Ανεξάρτητα από το κίνητρο του κτήτορα (που προφανώς είναι θαμμένος στο αρκοσόλιο του νότιου τοίχου), εκείνο που έχει ξεχωριστή σημασία είναι ότι ένας Φλαμανδός στην καταγωγή χορηγός ανέλαβε τη δαπάνη για την ανέγερση ενός κτίσματος που ακολουθεί εξ ολοκλήρου βυζαντινά πρότυπα. Αυτό το γεγονός αποκαλύπτει με τον πιο εύγλωττο τρόπο την ώσμωση που σταδιακά επήλθε μεταξύ των ετερόδοξων πληθυσμών στις περιοχές του ελλαδικού χώρου οι οποίες μετά το 1204 περιήλθαν σε Δυτικούς ηγεμόνες. Η κτητορική επιγραφή που βρέθηκε και διασώζεται μέχρι σήμερα στο εσωτερικό του, στο μέτωπο του αρκοσολίου, που διαμορφώνεται στο κέντρο του νότιου τοίχου (με αρκετά ορθογραφικά λάθη) λέει τα εξής: «Ανηγέρθη ο θύος και πάνσεπτος ναός του αγίου μεγαλομάρτυρος Γεωργίου δηά συνεργείας και πόθου πολλού του θεοσεβεστάτου καβαλάρη μισέρ Αντώνη Ντε Φλάμα. Ο δε τέλος ήλιφεν πολλών μαρτύρων όδε τέλος εύρεν ηστωρή(θη) αυτής παρά Γερμανού ιερομονάχου κε καθηγουμένου κε Νικοδήμου ιερομονάχου τον αυτάδελφον τους ανακενήσαντα των οίκον τούτον: «ετ.στωθ.ινδ Θ’».
Το «ετ.στωθ.ινδ Θ’»: σημαίνει έτος 6819 ινδικτιώνος ενάτη, που αντιστοιχεί στον ένατο μήνα του 1311 μ.Χ. Δηλαδή έξι μήνες μετά την φονική μάχη της Κωπαΐδας ο Αντώνιος Ντε Φλάμα πραγματοποίησε το τάμα του. Από την ίδια επιγραφή συμπεραίνεται επίσης ότι το κτίσμα ανήκε σε μοναστήρι –πιθανότατα αποτελούσε καθολικό–, καθώς μνημονεύονται ως ανακαινιστές του ο ιερομόναχος και καθηγούμενος Γερμανός και ο ιερομόναχος Νικόδημος, χωρίς ωστόσο να είναι εύκολο να διαπιστωθεί η ακριβής σχέση τους με τον κτήτορα «Αντώνη ντε Φλάμα».
Τον Απρίλη του 1841 ο Γάλλος περιηγητής συγγραφέας Buchon επισκέφθηκε το Ακραίφνιο και είναι ο πρώτος που αναφέρει την κτητορική επιγραφή.Από τα τέλη της δεκαετίας του 1990, ομάδα κατοίκων του Ακραιφνίου,εκπροσωπούμενη από τον τοπικό πολιτιστικό σύλλογο της περιοχής συνεργάστηκε με την εκκλησιαστική επιτροπή του χωριού, ώστε να χρηματοδοτηθεί η εκπόνηση μελέτης αποκατάστασης του ναού. Η μελέτη αποκατάστασης κατατέθηκε στην αρμόδια Εφορεία Αρχαιοτήτων, εγκρίθηκε το 2004, το έργο εντάχθηκε το 2010 σε πρόγραμμα χρηματοδότησης και η υλοποίησή του ξεκίνησε στα τέλη του 2010. Τα θυρανοίξια του ναού έγιναν στις 23 Απριλίου 2016 από την Εφορεία Αρχαιοτήτων Βοιωτίας, σε συνεργασία με την Ιερά Μητρόπολη Θηβών και Λεβαδείας και το Δήμο Ορχομενού, με αφορμή την αποπεράτωση των εργασιών αποκατάστασης του μνημείου που πραγματοποιήθηκαν από την Εφορεία Αρχαιοτήτων Ευβοίας (πρώην 23η Εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων) με χρηματοδότηση του ΕΣΠΑ 2007- 2013 (ΠΕΠ Θεσσαλίας –Στερεάς Ελλάδας – Ηπείρου).